αιδώς

Τεχνητή θεότητα, που την επινόησαν οι πρώτοι φιλόσοφοι, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. Ήταν μια από τις Ώρες και είχε μητέρα τη Θέμιδα και αδελφές την Ευνομία, τη Δίκη, την Ειρήνη, τη Νέμεση κλπ. Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία. Στην Αθήνα υπήρχε βωμός της Α. στην αγορά της Ακρόπολης και στη Σπάρτη ένα άγαλμά της, που το έστησε, κατά τον Παυσανία, ο Ικάριος, πατέρας της Πηνελόπης, όταν η κόρη του παντρεύτηκε τον Οδυσσέα. Ο Ικάριος ικέτευε την Πηνελόπη να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, και ο Οδυσσέας της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σ’ εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. Η Πηνελόπη σκέπασε τότε το πρόσωπό της με το πέπλο της και ο Ικάριος, καταλαβαίνοντας πως ήθελε να πάει με τον άντρα της, έστησε το άγαλμα της Α. περίπου έξι χιλιόμετρα έξω από την Σπάρτη. Το αντίθετο της Α. αντιπροσωπεύει η Αναίδεια, που την εκπροσωπεί συνήθως η Έρις. Ναός της τελευταίας αυτής θεάς υπήρχε στην Ιωνία και στη Σάμο.
* * *
(-ούς), η (Α αἰδώς)
συναίσθημα ντροπής, συστολή
αρχ.
1. σεβασμός, κοσμιότητα προς τους άλλους
2. αυτοσεβασμός, αίσθημα τιμής, φιλοτιμία
3. ταπεινότητα, μετριοφροσύνη
4. έλεος, συγχώρεση
5. αυτό (πράξη ή πράγμα) που προκαλεί τη ντροπή (αίσχος, σκάνδαλο) ή τον σεβασμό. Παροιμιώδης έχει γίνει η συχνά στα ομηρικά έπη (πρβλ. Ε 787, Θ 228, Ν 95 κ.α.) επαναλαμβανόμενη φράση «αἰδώς, Ἀργεῑοι», «ντροπή σας, Έλληνες», λεγόμενη συνήθως με την έννοια τής ηθικής επιπλήξεως
6. τα αιδοία (Ομ. Β 62)
7. αξιοπρέπεια, μεγαλείο
8. (προσωποποίηση) η θεά Αιδώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αἴδομαι. Η λ. αἰδὼς χρησιμοποιείται κανονικά στα διαλογικά μέρη τών επών -ουδέποτε στα αφηγηματικά- για να δηλώσει τον σεβασμό προς τους θεούς ή προς ανώτερα πρόσωπα, καθώς και την ηθική αυτοδέσμευση τού ατόμου να αποφύγει κάθε παρέκκλιση ή εκτροπή. Ακριβώς η ἐν-τροπή (νεοελλ. (ε)ντροπή), ως ενσυνείδητη αποφυγή τών εκ-τροπών, ως αυτοσεβασμός και ταπεινοφροσύνη, είναι η λ. που θα δηλώσει την έννοια τής αιδούς σε νεώτερους χρόνους μέχρι και σήμερα. Βλ. και λ. αίσχος, αισχύνη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αἰδῶς — αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδώς — reverence fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀιδῶς — ἀϊδῶς , ἀιδής unseen adverbial (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰδῶς — αἰδώ fem acc pl αἰδώ fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώ fem gen sg (doric aeolic) αἰδώς reverence fem acc pl αἰδώς reverence fem nom/voc pl (doric aeolic) αἰδώς reverence fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιδώς — η ούς, ντροπή, σεβασμός, σεμνότητα, κυρίως στη φράση: «προσβολή της δημοσίας αιδούς» (προσβολή του αισθήματος για την ντροπή που έχουν σ έναν τόπο οι περισσότεροι άνθρωποι) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Αἰδὼς δ’ οὐκ ἀγαθὴ κεχρημένῳ ἀνδρὶ κομίζει. — См. Стыдливый из за стола голодный встает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. — ἴσχε γὰρ αἰδὼς καὶ δέος. См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἵνα δέος, ἔνθα καὶ αἰδώς. — См. Где страх, тут и благочестие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Αἰδοῖ — αἰδώς reverence fem voc sg αἰδώς reverence fem dat sg αἰδώς reverence fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰδοῦς — αἰδώς reverence fem nom/voc pl αἰδώς reverence fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.